Η πορεία των εργαζομένων πλησιάζει στο κατειλημμένο κτίριο του Δημαρχείου. Μπροστά 6 μέλη της Φιλαρμονικής δίνουν ξεχωριστό χρώμα στη πορεία με τα εμβατήρια που παίζουν και από πίσω καμιά εκατοστή υπάλληλοι.
Ο πολίτικος γάμος που πραγματοποιήθηκε με την άδεια των καταληψιών, μόλις έχει τελειώσει. Η νύφη βγαίνει από το δημαρχείο. Δεξιά και αριστερά μαύρες σημαίες και στη μέση ένα πανό για την κατάληψη. Κάποια κυρία την βγάζει φωτογραφίες, ο κόσμος πλησιάζει και η φιλαρμονική αλλάζει ρεπερτόριο… Κλαρίνο, τρομπέτες, τσιφτετέλια
Η νύφη, αμήχανη αρχικά, φαίνεται να το διασκεδάζει. Γελάει και αρχίζει να χορεύει, ενώ ο κόσμος την καταχειροκροτάει. Σαστισμένοι οι οδηγοί περνάνε από μπροστά και κάποιοι κορνάρουν. Πανζουρλισμός…
Βγαίνει και ο δήμαρχος.
«Ο Δήμος ανήκει στους δημότες και όχι στο κεφάλαιο και στους ιδιώτες» .
Περίμενα να δω τη νέα παράσταση του πολλά υποσχόμενου Θεάτρου Σκιών Κοντοποδού «Ο Καραγκιόζης Δασάρχης». Δίπλα μου ένα συμπαθέστατο ήσυχο πιτσιρίκι. Ήταν δεν ήταν 5 ετών. Κάποια στιγμή το βλέπω να κοιτάει έντρομο ένα σιλιγούδι στον πλαϊνό τοίχο και να ψελίζει… κροκόδειλος!!!
Μεσημέρι, γυρνάω από τη δουλειά. Ανοίγω το αποθηκάκι να βάλω το ποδήλατο και την βλέπω κοντά στην πόρτα! Αηδία. Ευτυχώς αμέσως έστριψε και κρύφτηκε στο βάθος. Στα σκοτεινά. Άφησα στα γρήγορα το ποδήλατο και έφυγα.
Την επόμενη μέρα, ήταν πάλι εκεί. Αυτή τη φορά δεν ξαφνιάστηκα και μάλλον ήμουν πιο άνετος, έχοντας στο μυαλό μου πόσο ανώδυνα την γλίτωσα την προηγούμενη μέρα. Εκείνη πάλι τράπηκε σε φυγή.
Την τρίτη μέρα φθάνω, ανοίγω την πόρτα, αλλά εκείνη δεν ήταν εκεί! Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά αλλά εκείνη πουθενά. Άφησα το ποδήλατο και έφυγα με την απορία τι να είχε απογίνει… Μάλλον μου’χε λείψει η προϋπάντησή της…
Περίεργα πράγματα.
Για χρόνια ήταν το στέκι μας. Μαζευόμασταν εκεί κάθε μέρα. Καλά ήταν. Εκεί έβρισκα καταφύγιο όταν με κυνηγούσαν οι γάτες της γειτονιάς. Οι χαζές, πίστευαν ότι θα μπορούσαν να με πιάσουν… Όσο αναπολώ αυτά που ζήσαμε μέσα στα σκοτεινά δωμάτια, τόσο στεναχωριέμαι.
Με τον καιρό είχε βρωμίσει, αλλά δεν μας ένοιαζε. Τα φαρδιά πετροντούβαρά του μας προστάτευαν από τις βροχές και τα ξεροβόρια και μας δρόσιζαν το καλοκαίρι. Μπαίναμε από το σπασμένο τζάμι του υπέρθυρου της πλαϊνής πόρτας, της ξύλινης. Η μεγάλη μεταλλική μπροστινή πόρτα ήταν για χρόνια κλειστή. Δεν την έχω δει ποτέ ανοιχτή. Πριν χρόνια, πριν εγώ γεννηθώ, την είχαν ανοίξει 2 κύριοι. Ο πατέρας μου που ήταν μέσα, κατατρόμαξε και έφυγε άρον άρον μαζί με όλους τους άλλους. Επέστρεψαν διστακτικά μόλις αποχώρησαν οι κύριοι.
Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί ερωτεύθηκα για πρώτη φορά. Εκεί ήταν και ο τάφος του πατέρα μου. Όπως και του πάππου και της γιαγιάς. Η μάνα μου τους επισκέπτονταν καθημερινά. Μέχρι προχθές. Προχθές, μπήκαν 3 κύριοι, τα τσουβάλιασαν και τα πέταξαν όλα. Ακόμα και τις φωλιές και τους τάφους! Κάρφωσαν και ένα ξύλο στο υπέρθυρο και πλέον δεν μπορούμε να μπούμε…
Πέρασα το πρωί. Κοντοστάθηκα για λίγο πάνω στο υπέρθυρο. Ήταν και άλλο ένα παιδί. Στην ξύλινη πόρτα έχουν κολλήσει ένα χαρτί που γράφει «Ενοικιάζεται. Πληροφορίες Νοσοκομείο»
Κοίταξέ με λίγο… κοίταξέ με. Άσε την εφημερίδα… την εφημερίδα μπορεί να την διαβάσεις μετά.

Σε 3 στάσεις κατεβαίνω. Εσύ μπορεί να κατεβαίνεις νωρίτερα. Άραγε, που πηγαίνεις; Κάθε μέρα κάνω αυτό το δρομολόγιο, αλλά δεν σε έχω ξαναδεί…
Κοίταξέ με λίγο… ίσως δεν ξανασυναντηθούμε. Κοίταξέ με…